Θα πληρώνουμε σαμπάνια, θα πίνουμε νερό

Της Βάλιας Μπαζού από το Πράσινο Ποντίκι Απριλίου 2012

Tην ώρα που στη χώρα µας προβάλλεται ως ανάπτυξη και ως «εργαλείο» εξόδου από την κρίση η ιδιωτικοποίηση του νερού µέσα από την πώληση ποσοστού της ΕΥ∆ΑΠ και της ΕΥΑΘ, στον υπόλοιπο πλανήτη η τάση που τα τελευταία χρόνια έχει παγιοποιηθεί είναι η επιστροφή των δικτύων ύδρευσης κα αποχέτευσης σε δηµοτικές ή κρατικές επιχειρήσεις.
Και αυτό γιατί το µοντέλο της δεκαετίας του ’80 και του ’90, που µέσω του ∆ΝΤ και της Παγκόσµιας Τράπεζας προωθήθηκε ή, καλύτερα, επιβλήθηκε για την εξαγορά των δικτύων από ιδιωτικές εταιρείες, απέτυχε παταγωδώς, µε αποτέλεσµα η νέα αντίληψη, το σύγχρονο µοντέλο για τον 21ο αιώνα να απαιτεί τη δηµοτική ή κρατική διαχείριση του νερού.
Η λογική µάλιστα της επανακρατικοποίησης ή επαναδηµοτικοποίησης δεν στηρίζεται µόνο στην αρχή ότι η διαχείριση του νερού πρέπει να είναι δηµόσια γιατί πρόκειται για δηµόσιο αγαθό, αλλά και σε καθαρά οικονοµικούς και περιβαλλοντικούς όρους, αφού αποδείχθηκε ότι η δηµόσια διαχείριση είναι προς το συµφέρον και των πολιτών και του δηµόσιου ταµείου.

Επιστροφή στο ∆ηµόσιο

Ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο, που βγήκε στη δηµοσιότητα πρόσφατα «διά χειρός» του Παρατηρητηρίου της Ευρώπης των Πολυεθνικών (Corporate Europe Observatory – CEO) του Transnational Institute και του Municipal Services Project, µε τίτλο «Επαναδηµοτικοποίηση – Επιστρέφοντας το Νερό στα ∆ηµόσια Χέρια» («Remunicipalisation – Putting water back into public hands»), παρουσιάζει µε συστηµατική ανάλυση την τάση που ισχύει παγκοσµίως για την επιστροφή των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης στο ∆ηµόσιο.
Το «Πράσινο Ποντίκι» µίλησε για το θέµα µε τον Martin Pigeon, ερευνητή του CEO και εκ των συγγραφέων του βιβλίου. Όπως µας επισήµανε, «όλες οι µεγάλες δηµοτικές συµβάσεις για το νερό που βρίσκονται σε διαδικασία ανανέωσης αυτές τις µέρες στη Γαλλία, δέχονται ισχυρές πιέσεις και αυτό οδηγεί είτε απευθείας στην επαναδηµοτικοποίηση της επιχείρησης ύδρευσης, όπως για παράδειγµα στο Παρίσι, την Γκρενόµπλ, το Μπορντό, τη Βρέστη και το Χερβούργο, είτε σε ανατροπή των οικονομικών συμφωνιών σε βάρος των εταιρειών και υπέρ των πόλεων κι αυτό γιατί οι ιδιωτικές εταιρείες μειώνουν δραστικά τα περιθώρια κέρδους της για να μπορέσουν να ανανεώσουν τα συμβόλαια με τους δήμους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εταιρείας Veolia που έχει ένα από τα μεγαλύτερα συμβόλαια στην Ευρώπη αφού καλύπτει 7 διαμερίσματα της περιφέρειας île-de-France – με εξαίρεση τον Δήμο του Παρισιού – και υποχρεώθηκε να μειώσει δραστικά τα κέρδη της για να ανανεώσει το συμβόλαιο».
Όπως επισημαίνεται, τα αίτια της αποτυχίας σε όλες τις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκε η ιδιωτικοποίηση είναι λίγο – πολύ τα ίδια. Συγκεκριμένα, η διαχείριση των δικτύων από ιδιώτες, αντί να λύσει, δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στον τομέα της πρόσβασης των πολιτών σε καθαρό νερό. Η ιστορία αποδεικνύει ότι οι εταιρείες – κολοσσοί που λυμαίνονται παγκοσμίως τους υδάτινους πόρους αθετούσαν συστηματικά τις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει για την κατασκευή και επέκταση των δικτύων.

Η στρατηγική των εταιρειών

Όπως μας υπογράμμισε ο Martin Pigeon, «σε γενικές γραμμές οι παραδοσιακές δημοτικές συμβάσεις για τη διαχείριση του νερού άρχισαν να γίνονται μη ελκυστικές και για τις ιδιωτικές εταιρείες γιατί τα οικονομικά δεδομένα άρχισαν να είναι προβληματικά. Στις πλούσιες χώρες διαπίστωσαν ότι είναι μεγάλο το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ της αύξησης της κατανάλωσης νερού και της πολύ μεγάλης αύξησης που παρατηρείται στα περιβαλλοντικά κόστη. Στις λιγότερο πλούσιες χώρες, οι εταιρείες άρχισαν να έχουν προβλήματα γιατί δεν μπορούσαν να αυξήσουν την τιμή του νερού σε επίπεδα που θα τους συνέφερε καθώς αυτό θα ήταν πολιτικά απαράδεκτο.
Έτσι μόνο σε αυταρχικές χώρες, όπως η Κίνα ή τα κράτη του Περσικού Κόλπου, τα συμβόλαια εξασφαλίζουν κέρδος για τις ιδιωτικές εταιρείες, αφού οι χώρες αυτές αδιαφορούν για τις αντιδράσεις των πολιτών».
Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, οδήγησε τις εταιρείες σε αλλαγή στρατηγικής τα τελευταία χρόνια, ποντάροντας πλέον περισσότερο στον κατασκευαστικό τομέα της ύδρευσης. Όπως μας εξήγησε ο ερευνητής της CEO Marti n Pigeon, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου, η Suez, έκανε εντυπωσιακή στροφή και πλέον δεν ενδιαφέρεται για την πώληση νερού, αλλά για την πώληση υπηρεσιών ύδρευσης. Έτσι πλέον η νέα μορφή ιδιωτικοποίησης του δημόσιου αγαθού έχει άλλες μορφές εμπορευματοποίησης, όπως η πώληση υψηλής τεχνολογίας, η αγορά των δικαιωμάτων νερού καθώς και παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Στο βιβλίο οι ερευνητές του CEO του ΤΝΙ επέλεξαν να παρουσιάσουν πέντε περιπτώσεις κρατικοποίησης των δικτύων ύδρευσης καλύπτοντας το πείραμα της ιδιωτικοποίησης και στις πέντε ηπείρους προκειμένου να καταγράψουν τα κοινά στοιχεία παρά τη διαφορετικότητα των περιπτώσεων. Έτσι εξέτασαν την επιστροφή του δικτύου ύδρευσης στον Δήμο του Παρισιού το 2010, στο Μπουένος Άιρες το 2006, στην πόλη Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας το 2004, στην πόλη Χάμιλτον στον Καναδά το 2004 καθώς και την περίπτωση της Μαλαισίας, όπου η εθνική μεταρρύθμιση βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2006.
Η αποτυχία της πολιτικής ιδιωτικοποίησης αποτυπώνεται και στα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου μόνο κατά το 2006 εξαιτίας της ακύρωσης συμβολαίων ή της εμφάνισης προβλημάτων σημειώθηκε μείωση της τάξης του 32% στα ιδιωτικά συμβόλαια ύδρευσης.
Επισημαίνεται ότι οι πέντε πολυεθνικές που κάνουν όλο το παιχνίδι παγκοσμίως είναι οι με έδρα τη Γαλλία Suez, Saur και Veolia Environment, ο γερμανικός κολοσσός RWE και η Agbar, ισπανική εταιρεία στην οποία σημαντικό ποσοστό κατέχει η Suez.

Η υφαρπαγή του νερού στην Ελλάδα

Όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούν στο εύλογο ερώτηµα πώς είναι δυνατόν, τη στιγµή που η ιδιωτικοποίηση του νερού αποτυγχάνει παγκοσµίως, στη χώρα µας να έχει επιβληθεί από την τρόικα µνηµονιακή υποχρέωση για την πώληση του 40% της ΕΥΑΘ (από το 74% που κατέχει το ∆ηµόσιο) και του 27% της ΕΥ∆ΑΠ (από το 61% που βρίσκεται στα χέρια του ∆ηµοσίου) καθώς και την ανάθεση του µάνατζµεντ σε ιδιώτη.
Όπως µας επισήµανε ο Martin Pigeon, µε αφορµή την οικονοµική κρίση παρατηρείται µια νέα προσπάθεια για να ανασχεθεί το κύµα επανακρατικοποίησης των δικτύων.
Στο παιχνίδι µπήκε πλέον και η Ευρωπαϊκή Ένωση «µε τα θεσµικά της όργανα να δείχνουν ότι δεν κατανοούν την ιδιαιτερότητα του τοµέα ύδρευσης και να ασκούν ισχυρότατες πιέσεις στις χώρες που βρίσκονται στο προσκήνιο της κρίσης – Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία – προκειµένου να ιδιωτικοποιήσουν τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης».
Η πολιτική αυτή, µας εξήγησε ο ερευνητής της CEO, αποτελεί κλώνο της κυρίαρχης αντίληψης που υπήρχε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 µε έµφαση σε µια αντιπαραγωγική προσέγγιση της ανάπτυξης.
Η διαδικασία βέβαια της πώλησης της ΕΥ∆ΑΠ και της ΕΥΑΘ δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό και το Ταµείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του ∆ηµοσίου µετέθεσε για το δεύτερο εξάµηνο του 2012 την πώληση.

Το παράδειγµα του Παρισιού

Τον Νοέµβριο του 2008 το ∆ηµοτικό Συµβούλιο του Παρισιού αποφάσισε να µην ανανεώσει τη σύµβαση µε τις ιδιωτικές εταιρείες Veolia και Suez, που είναι δυο από τις γαλλικές εταιρείες που κυριαρχούν παγκοσµίως στον τοµέα της διαχείρισης των δικτύων ύδρευσης.
Οι δύο εταιρείες είχαν τη διαχείριση του συστήµατος ύδρευσης του Παρισιού από το 1985, αλλά ο δήµος αποφάσισε να δηµιουργήσει τη δηµοτική εταιρεία Eau de Paris και να θέσει υπό την εποπτεία του τη λειτουργία του συστήµατος από το 2010.
Η επιλογή του δηµάρχου Μπερτράν Ντελανοέ είχε µεγάλη σημειολογική σημασία αφού δεν υπήρχε προηγούμενο τέτοιου είδους κρατικοποίησης στη Γαλλία και ο δήμος είχε να αντιμετωπίσει δύο μεγάλες προκλήσεις, την πολιτική τιμολόγησης του νερού που θα ακολουθούσε και τη σχέση με τους καταναλωτές – δημότες.
Τα αποτελέσματα δυο χρόνια μετά είναι άκρως εντυπωσιακά. Ο Δήμος του Παρισιού, μη ανανεώνοντας τη σύμβαση με τους ιδιώτες, κατάφερε μέσω της δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης να εξοικονομεί 35 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Το όφελος είναι μάλιστα πολλαπλό εάν υπολογίσει κανείς ότι ο δήμος προχώρησε σε μείωση των τιμολογίων κατά 8% σε σχέση με το 2009.
Το στοίχημα για τη δημοτική επιχείρηση ήταν να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του συστήματος που άφησαν πίσω τους οι ιδιώτες. Τελικά, η ενοποίηση των κατακερματισμένων τμημάτων του συστήματος ύδρευσης οδήγησε σε μια πιο αποτελεσματική, συνεκτική και βιώσιμη οργάνωση, με έμφαση σε πολιτικές προστασίας των υδάτινων πόρων, την έρευνα και την καινοτομία καθώς και σε δράσεις ευαισθητοποίησης των πολιτών. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές της CEO και της ΤΙΝ, αν και τα αποτελέσματα θα πρέπει να εκτιμηθούν μακροπρόθεσμα, το ντεμπούτο είναι πολλά υποσχόμενο.
Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο γεγονός για την προσπάθεια επανακρατικοποίησης της ύδρευσης στο Παρίσι είναι ότι η όλη προσπάθεια ξεκίνησε με κεντρική πολιτική επιλογή και όχι εξαιτίας της πίεσης των πολιτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο οι Πράσινοι και το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν υπέρ της επιστροφής του δικτύου στον δήμο, ενώ οι σοσιαλιστές δεν έπαιρναν ανοικτά θέση. Αυτό που έκανε τον δήμαρχο του Παρισιού να αποφασίσει να αναλάβει ο δήμος το δίκτυο ύδρευσης δεν ήταν ούτε η κοινωνική ούτε η πολιτική πίεση, αλλά η εξονυχιστική έρευνα και οι εξαντλητικοί έλεγχοι που απέδειξαν ότι το εγχείρημα θα είχε τεράστιες δυνατότητες εξοικονόμησης χρημάτων την ίδια ώρα που θα προσέφερε καλύτερες υπηρεσίες στους πολίτες. Αυτό, δηλαδή, που μέτρησε στην απόφαση της δημοτικής αρχής δεν ήταν η αρχή ότι το νερό πρέπει να το διαχειρίζεται ως «δημόσιο αγαθό», αλλά ότι ήταν μια πολύ καλή επένδυση για τον δήμο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s